Σε ποια εποχή;
Μα, ναι, είμαι σίγουρη. Πριν ενάμιση χρόνο. Εντάξει. Το παραδέχομαι. Δεν κάνανε όλοι το ίδιο. Δεν έχουν όλοι το ίδιο αισθητήριο. Δεν τριγυρνούν όλοι με φουσκωμένα τα στήθη από την καρδιά που χτυπά δυνατά και θέλει να σεργιανίσει…Εκείνης όμως της πήγαινε η Άνοιξη. Και ήρθε στο καινούριο μου σπιτικό, επίσκεψη, όταν μόλις δα το είχα καλουπώσει και έβγαινα διστακτικά στην αυλίτσα του για τις πρώτες πρωινές μου ανάσες… Δεν ήρθε από περιέργεια. Ήρθε επειδή της αρέσει το σεργιάνι. Της αρέσει να μαθαίνει, να ακουμπά, να αφουγκράζεται, ακόμη και…να σκοντάφτει.
-Αν θελήσεις καφέ, ζάχαρη ή ο,τιδήποτε άλλο, γειτόνισσα, εγώ είμαι εδώ, μου είπε θαρεττά, σα να με γνώριζε χρόνια. Και πήγα . Όχι για να ζητήσω ζάχαρη, ούτε καφέ. Πήγα γιατί μου άρεσε το ανέμελο άρωμα της. Τα ίχνη της ανεμελιάς της ακουλουθούσα. Αλίκη έγραφε σε ξύλινη ζωγραφιστή ταμπελίτσα έξω από το σπιτικό της και το ένιωθα ότι θα ξεκινούσα ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων. Σκόνταψα σε μία κόκκινη κλωστή καθώς χτυπούσα το μαντεμένιο καμπανάκι και μου ψιθύρισα χαμογελώντας: «να μην ξεχάσω να ζητήσω το δικό μου παραμύθι».
Ώσπου ένα πρωί στο ποδόμακτρο της μπροστινής μου πόρτας έστεκε ένα κοχυλάκι. Δεμένο στην τρυπούλα του ένα λευκό χαρτάκι, με ακριβή διεύθυνση και την υπογραφή της. Το ακολούθησα. Μόνο που δεν υπάκουσα στον χάρτη της διαδρομής. Και στο διάβα μου το βιαστικό, άνοιξα τους ασκούς του αιόλου… που σήκωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους, και δεν άφησαν ούτε ίχνος από εκείνης το ονειράκι. Εξαφανίστηκε το κοχυλόσπιτο, μαζί και όλα του τα υπάρχοντα…
Και κάθισε σε μία μέρα και το έστησε από την αρχή. Και το στόλισε, και το έβαψε, και το γέμισε είδη καλοκαιρινά. Για να μη στενοχωρηθώ. Για να με δει να χαμογελώ. Και να με ακούσει να γελώ. Και δε σταμάτησε μέχρι να με ακούσει πραγματικά. Και με ακούει ακόμη. Όταν μιλάμε στο τηλέφωνο κρατώντας πλέον την κοιλιά μας από τα γέλια.
Τέτοια είναι η Αλίκη. Νεράιδα που ξέρει πολύ καλά να πασπαλίζει με ασημόσκονη τα πάντα. Ακόμη και εκείνα τα τόσο μικρά, τα ανάξια προσοχής για μερικούς. Δροσερή πάντοτε, σε μόνιμη εφηβεία, σε μόνιμη δημιουργική τροχιά. Προικισμένη με χιούμορ, κουβαλά πάντοτε μαζί το σακίδιο με τα πινέλα και τις μπογιές και αλλάζει το σκηνικό προλαβαίνοντας τη φθορά. Κι εκείνη τη φοβάται και την έχει ξεχάσει. Δεν πάει η φθορά εκεί που δεν «την παίρνει».
Με προλάβατε όλες και αναποδογυρίσατε και το φλιτζάνι στο πιατάκι σας…φιλενάδες μου.
Είναι που πήρα στα χέρια μου την κόκκινη κλωστίτσα και γύρισε μόνη της η ανέμη. Είναι και που σήμερα η Αλίκη μας έχει τα γενέθλιά της και θέλησα να της φτιάξουμε όλες μαζί την πιο γλυκιά μας τούρτα… Εδώ, εδώ υπάρχουν όλα τα υλικά.
Διαβάζω αρχή της συνταγής:
Τούρτα φιλίας:
-Μια κούπα ενδιαφέρον
-Δυο κούπες καλή προαίρεση…
-Δυο κούπες συζήτηση
-Μια κούπα ενθουσιασμός
-Τρεις κούπες εχεμύθειας…
-Μια κουταλίτσα ξύσμα τρέλας
-Λικέρ από συμβουλές της προπροπρογιαγιάς μας…..
Ετοιμάζω σαντιγύ και γράφω:
Αλίκη μας χρόνια πολλά!













